θηριώδης


θηριώδης
θηριώδης, ες 1. ['звериный'] полный зверей; 2. звероподобный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "θηριώδης" в других словарях:

  • θηριώδης — full of wild beasts masc/fem acc pl (attic epic doric) θηριώδης full of wild beasts masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) θηριώδης full of wild beasts masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριώδης — ες (ΑΜ θηριώδης, ες) [θηρίο] 1. (για πρόσ.) άγριος, ορμητικός, επιθετικός όπως το θηρίο 2. (για πράξεις, ιδιότητες, καταστάσεις που αφορούν πρόσ.) αυτός που αρμόζει ή προσιδιάζει σε θηρίο, κτηνώδης, ζωώδης (α. «θηριώδης συμπεριφορά» β. «θηριώδης… …   Dictionary of Greek

  • θηριώδης, -ης, -ες — γεν. ους, αιτ. η, πληθ. ουδ. η, αυτός που μοιάζει με θηρίο ή ταιριάζει σε θηρίο: Θηριώδεις πράξεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θηριωδέστερον — θηριώδης full of wild beasts adverbial comp θηριώδης full of wild beasts masc acc comp sg θηριώδης full of wild beasts neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριώδει — θηριώδης full of wild beasts masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) θηριώδης full of wild beasts masc/fem/neut dat sg θηριώδεϊ , θηριώδης full of wild beasts dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριώδη — θηριώδης full of wild beasts neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) θηριώδης full of wild beasts masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) θηριώδης full of wild beasts masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριωδεστάτων — θηριώδης full of wild beasts fem gen superl pl θηριώδης full of wild beasts masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριωδεστέρων — θηριώδης full of wild beasts fem gen comp pl θηριώδης full of wild beasts masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριωδέστατα — θηριώδης full of wild beasts adverbial superl θηριώδης full of wild beasts neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριωδέστατον — θηριώδης full of wild beasts masc acc superl sg θηριώδης full of wild beasts neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θηριῶδες — θηριώδης full of wild beasts masc/fem voc sg θηριώδης full of wild beasts neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)